σάλαγος

ο, Ν [σαλαγώ]
1. θόρυβος, βοή πλήθους ανθρώπων ή αγέλης ζώων που βρίσκονται σε κίνηση («σκώνοντ' άλλα με σάλαγο απάνου», Κρυστ.)
2. η κραυγή τού βοσκού προς τα βοσκήματα για σταμάτημα ή για αλλαγή κατεύθυνσης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάλαγος — σάλαγος, ο και σάλαγο, το 1. βουή, θόρυβος που προκαλείται από ομάδα ανθρώπων ή ζώων. 2. κραυγή που απευθύνεται προς τα ζώα για να σταματήσουν ή να ξεκινήσουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάλαγο — το, Ν ο σάλαγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού σάλαγος με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • θόρυβος — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται εμπειρικά κάθε ανεπιθύμητος ήχος. Ο ορισμός αυτός, ωστόσο, δεν είναι ακριβής, γιατί δεν αφορά μόνο τα φυσικά χαρακτηριστικά του ήχου, αλλά και τα φυσιολογικά και ψυχολογικά αποτελέσματα που προκαλεί ο θ. Το… …   Dictionary of Greek

  • σαλαγιάζω — Ν (αμτβ.) 1. α) ησυχάζω, καταλαγιάζω β) (ιδίως για υγρή έκταση) ηρεμώ 2. (μτβ.) κάνω κάποιον να ησυχάσει. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για συμφυρμό τών. λ. σάλαγος και καταλαγιάζω] …   Dictionary of Greek

  • τσάλαχο — το, Ν θόρυβος, φασαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάλαγος, με τροπή τού σ σε τσ (πρβλ. συρίζω < τσυρίζω) και τού γ σε χ και με αλλαγή γένους κατά τα ουδ.] …   Dictionary of Greek

  • φύλοπις — όπιδος, ἡ, Α ο θόρυβος, ο σάλαγος τής μάχης («κατὰ στρατὸν ᾤχετο πάντῃ ὀτρύνων μαχέσασθαι, ἔγειρε δὲ φύλοπιν αἰνήν», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Επικός τ. άγνωστης ετυμολ. Διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί, ήδη από την αρχαιότητα, συνδέουν συνήθως τη… …   Dictionary of Greek

  • Ελλαδα - Μυθολογία — ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Το μυθολογικό υλικό είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των αρχαίων κοινωνιών να ερμηνεύσουν τον κόσμο, τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι ελληνικοί μύθοι αποτελούν μια κοινωνική, συλλογική προσπάθεια κατανόησης και… …   Dictionary of Greek

  • παραμέρισμα — το η ενέργεια του παραμερίζω, η απομάκρυνση από το μέσο στην άκρη, ο παραγκωνισμός: Το παραμέρισμα του πλήθους ακούστηκε σαν σάλαγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.